ἀταλός

ἀταλός
Grammatical information: adj.
Meaning: `tender, delicate' (Il.).
Derivatives: Denom. verb ἀτάλλω (pres. only) `skip in childish glee', trans. `bring up (a child)' (Il.); ἀτάλματα παίγνια H. - With internal reduplication (Schwyzer 648) ἀτιτάλλω `rear, tend' (Il.); aor. ἀτίτηλα· ἀτιτάλτας `foster father' (Gortyn).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Unknown. Very extensive discussion in DELG. Leumann Glotta 15, 153ff. and Hom. Wörter 139ff. derives ἀταλός from the expression ἀταλὰ φρονέων, which arose from analysis of ἀταλαφρονέων. This again is based on ἀταλάφρων, and this again is the negation of ταλάφρων. Although it explains the composition vowel α, the whole is too complicated. Cf. Bolling, Lang. 27, 74 and Förstel, Glotta 48 (1970) 166f. - Derivation from ἄττα (Chantr., Benvenist, Instit. 2, 85ff.) seems also improbable. - Remains just an adj., ἀταλός, of unknown origin, with a verb `treat tenderly'. Fur. 262 compares ἀζαλαί νέαι καὶ ἀπαλαί and concludes to a subst. word (which is in itself probable), but the comparison is uncertain.
Page in Frisk: 1,176

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αταλός — ἀταλός, ή, όν (Α) Ι. 1. (για νεαρής ηλικίας πρόσωπα ή ζώα) ανάλαφρος, λεπτός, ευαίσθητος 2. νεανικός, ζωηρός 3. τρυφερός, στοργικός 4. υπάκουος, ευπειθής II. επίρρ. ἀταλῶς («ἀταλώτατα παίζει») χορεύει πιο ανάλαφρα στην επιγραφή του Διπύλου).… …   Dictionary of Greek

  • ἀταλός — tender masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άταλος — η, ο αυτός που δεν συμπλήρωσε την ανάπτυξή του, αδύνατος, τρυφερός («άταλο μωρό», «άταλο πουλάρι»). [ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. αταλός, με αρχαίο, αναλογικό αναβιβασμό του τόνου] …   Dictionary of Greek

  • ἀταλά — ἀταλός tender neut nom/voc/acc pl ἀταλά̱ , ἀταλός tender fem nom/voc/acc dual ἀταλά̱ , ἀταλός tender fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀταλαί — ἀταλός tender fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀταλοί — ἀταλός tender masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀταλούς — ἀταλός tender masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀταλᾶν — ἀταλός tender masc/fem gen pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀταλᾶς — ἀταλός tender fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀταλῇσι — ἀταλός tender fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀταλῇσιν — ἀταλός tender fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.